Μετάβαση στο περιεχόμενο

exchange

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exchange < μέση αγγλική eschaunge < αγγλονορμανδική eschaunge < παλαιά γαλλική eschange < eschanger < δημώδης λατινική *excambiāre < *excambiō < *cambiō

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛksˈtʃeɪndʒ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exchange exchanges

exchange (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ανταλλαγή, το αντάλλαγμα, η πράξη του ανταλλάσσω
    παράδειγμα  The exchange of prisoners took place this morning.
    Η ανταλλαγή αιχμαλώτων πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί.
    παράδειγμα  We need to promote an open exchange of ideas and information.
    Πρέπει να προωθήσουμε μια ανοιχτή ανταλλαγή ιδεών και πληροφοριών.
    παράδειγμα  There was an exchange of fire at the border.
    Υπήρξε ανταλλαγή πυρών στα σύνορα.
    παράδειγμα  Wool and timber were sent to Egypt in exchange for linen or papyrus.
    Μαλλί και ξυλεία στέλνονταν στην Αίγυπτο σε αντάλλαγμα για λινό ή πάπυρο.
    παράδειγμα  I'll type your report if you'll babysit in exchange.
    Θα πληκτρολογήσω την αναφορά σου, αν κρατήσεις τα παιδιά σε αντάλλαγμα.
    παράδειγμα  What will I get in exchange?
    Ποια θα είναι τα ανταλλάγματά μου;
    παράδειγμα  They are giving it to me in exchange.
    Μου δίνουν ανταλλάγματα.
    παράδειγμα  What do you want in exchange for backing down?
    Τι ανταλλάγματα ζητάς για να υποχωρήσεις;
  2. (μη μετρήσιμο) το συνάλλαγμα
    παράδειγμα  Where can I find the best exchange rate?
    Πού μπορώ να βρω την καλύτερη ισοτιμία συναλλάγματος;
    παράδειγμα  This bank branch processes millions in currency exchange daily.
    Αυτό το τραπεζικό υποκατάστημα διεκπεραιώνει καθημερινά συναλλαγές συναλλάγματος αξίας εκατομμυρίων.
  3. η ανταλλαγή, οργανωμένη συμφωνία κατά την οποία δύο άτομα ή ομάδες από διαφορετικές χώρες επισκέπτονται τα σπίτια ή τους χώρους εργασίας ο ένας του άλλου για σύντομο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  Our school does an exchange (program) with a school in France.
    Το σχολείο μας συμμετέχει σε πρόγραμμα ανταλλαγής με σχολείο στη Γαλλία.
  4. η ανταλλαγή, η συζήτηση ή αντιπαράθεση απόψεων, συχνά σύντομη ή έντονη
    παράδειγμα  There was only time for a brief exchange.
    Υπήρχε χρόνος μόνο για μια σύντομη ανταλλαγή.
    παράδειγμα  The prime minister was involved in a heated exchange with Opposition MPs.
    Ο πρωθυπουργός ενεπλάκη σε έντονη ανταλλαγή με βουλευτές της αντιπολίτευσης.
    παράδειγμα  Υπήρξε έντονη ανταλλαγή ανάμεσα στους δύο παίκτες.
    There was an angry exchange between the two players.
  5. το χρηματιστήριο, κτίριο στο οποίο παλαιότερα συγκεντρώνονταν έμποροι για την αγοραπωλησία συγκεκριμένου είδους εμπορευμάτων
    παράδειγμα  the Cotton Exchange - το Χρηματιστήριο Βάμβακος
  6. το τηλεφωνικό κέντρο
  7. η αλλαγή, αντικατάσταση στο κατάστημα για πίστωση ή για προϊόν αντίστοιχης αξίας
    παράδειγμα  The store does not accept exchanges of clothes that were bought on sale.
    Το μαγαζί δε δέχεται αλλαγές ρούχων που αγοράστηκαν στις εκπτώσεις.
ενεστώτας exchange
γ΄ ενικό ενεστώτα exchanges
αόριστος exchanged
παθητική μετοχή exchanged
ενεργητική μετοχή exchanging

exchange (en)

  1. (μεταβατικό) ανταλλάσσω, αλλάζω, δίνω κάτι σε κάποιον και ταυτόχρονα λαμβάνω το ίδιο είδος από αυτόν
    παράδειγμα  The two men exchanged a warm handshake with their faces turned towards the cameras.
    Οι δύο άντρες αντάλλασσαν θερμή χειραψία με τα πρόσωπα στραμμένα στις κάμερες.
    παράδειγμα  We use the forum to exchange ideas.
    Χρησιμοποιούμε το φόρουμ για να ανταλλάσσουμε ιδέες.
    παράδειγμα  Juliet and David exchanged glances (= they looked at each other).
    Η Τζούλιετ και ο Ντέιβιντ αντάλλαξαν ματιές (= κοιτάχτηκαν μεταξύ τους).
    παράδειγμα  Everyone in the group exchanged email addresses.
    Όλοι στην ομάδα αντάλλαξαν διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
    The two men exchanged blows (= hit each other).
    Οι δύο άντρες αντάλλαξαν γροθιές (= χτύπησαν ο ένας τον άλλον).
    παράδειγμα  I shook hands and exchanged a few words with the manager.
    Έσφιξα το χέρι του διευθυντή και ανταλλάξαμε λίγα λόγια.
    παράδειγμα  He read the letters exchanged between Anna and her friend.
    Διάβασε τα γράμματα που αντάλλαξαν η Άννα και η φίλη της.
    παράδειγμα  We exchanged bikes, he gave me his and took mine.
    Αλλάξαμε ποδήλατα, μου έδωσε το δικό του και πήρε το δικό μου.
  2. (μεταβατικό) ανταλλάσσω συνάλλαγμα, αλλάζω, μετατρέπω ένα ποσό ενός νομίσματος σε ισόποση αξία άλλου νομίσματος
    παράδειγμα  Where can I exchange my money?
    Πού μπορώ να ανταλλάξω τα χρήματά μου;
    παράδειγμα  You can exchange your currency for dollars in the hotel.
    Μπορείτε να ανταλλάξετε το συνάλλαγμά σας σε δολάρια στο ξενοδοχείο.
    παράδειγμα  I exchanged euros for dollars.
    Άλλαξα ευρώ σε δολάρια.
  3. (μεταβατικό) ανταλλάσσω, αλλάζω, δίνω ή επιστρέφω κάτι που έχω και παίρνω στη θέση του κάτι διαφορετικό ή καλύτερο
    παράδειγμα  If it doesn't fit, take it back and the store will exchange it.
    Αν δεν σου κάνει, πήγαινέ το πίσω και το κατάστημα θα το 'ανταλλάξει.
    παράδειγμα  I need to exchange this for a larger size.
    Χρειάζεται να το ανταλλάξω με μεγαλύτερο μέγεθος.
    παράδειγμα  I want to exchange this shirt.
    Θέλω να αλλάξω αυτό το πουκάμισο.