exchange
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- exchange < μέση αγγλική eschaunge < αγγλονορμανδική eschaunge < παλαιά γαλλική eschange < eschanger < δημώδης λατινική *excambiāre < *excambiō < *cambiō
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɛksˈtʃeɪndʒ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| exchange | exchanges |
exchange (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ανταλλαγή, το αντάλλαγμα, η πράξη του ανταλλάσσω
The exchange of prisoners took place this morning.
- Η ανταλλαγή αιχμαλώτων πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί.
We need to promote an open exchange of ideas and information.
- Πρέπει να προωθήσουμε μια ανοιχτή ανταλλαγή ιδεών και πληροφοριών.
There was an exchange of fire at the border.
- Υπήρξε ανταλλαγή πυρών στα σύνορα.
Wool and timber were sent to Egypt in exchange for linen or papyrus.
- Μαλλί και ξυλεία στέλνονταν στην Αίγυπτο σε αντάλλαγμα για λινό ή πάπυρο.
I'll type your report if you'll babysit in exchange.
- Θα πληκτρολογήσω την αναφορά σου, αν κρατήσεις τα παιδιά σε αντάλλαγμα.
What will I get in exchange?
- Ποια θα είναι τα ανταλλάγματά μου;
They are giving it to me in exchange.
- Μου δίνουν ανταλλάγματα.
What do you want in exchange for backing down?
- Τι ανταλλάγματα ζητάς για να υποχωρήσεις;
- (μη μετρήσιμο) το συνάλλαγμα
Where can I find the best exchange rate?
- Πού μπορώ να βρω την καλύτερη ισοτιμία συναλλάγματος;
This bank branch processes millions in currency exchange daily.
- Αυτό το τραπεζικό υποκατάστημα διεκπεραιώνει καθημερινά συναλλαγές συναλλάγματος αξίας εκατομμυρίων.
- η ανταλλαγή, οργανωμένη συμφωνία κατά την οποία δύο άτομα ή ομάδες από διαφορετικές χώρες επισκέπτονται τα σπίτια ή τους χώρους εργασίας ο ένας του άλλου για σύντομο χρονικό διάστημα
Our school does an exchange (program) with a school in France.
- Το σχολείο μας συμμετέχει σε πρόγραμμα ανταλλαγής με σχολείο στη Γαλλία.
- η ανταλλαγή, η συζήτηση ή αντιπαράθεση απόψεων, συχνά σύντομη ή έντονη
There was only time for a brief exchange.
- Υπήρχε χρόνος μόνο για μια σύντομη ανταλλαγή.
The prime minister was involved in a heated exchange with Opposition MPs.
- Ο πρωθυπουργός ενεπλάκη σε έντονη ανταλλαγή με βουλευτές της αντιπολίτευσης.
Υπήρξε έντονη ανταλλαγή ανάμεσα στους δύο παίκτες.
- There was an angry exchange between the two players.
- το χρηματιστήριο, κτίριο στο οποίο παλαιότερα συγκεντρώνονταν έμποροι για την αγοραπωλησία συγκεκριμένου είδους εμπορευμάτων
the Cotton Exchange - το Χρηματιστήριο Βάμβακος
- το τηλεφωνικό κέντρο
- η αλλαγή, αντικατάσταση στο κατάστημα για πίστωση ή για προϊόν αντίστοιχης αξίας
The store does not accept exchanges of clothes that were bought on sale.
- Το μαγαζί δε δέχεται αλλαγές ρούχων που αγοράστηκαν στις εκπτώσεις.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | exchange |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | exchanges |
| αόριστος | exchanged |
| παθητική μετοχή | exchanged |
| ενεργητική μετοχή | exchanging |
exchange (en)
- (μεταβατικό) ανταλλάσσω, αλλάζω, δίνω κάτι σε κάποιον και ταυτόχρονα λαμβάνω το ίδιο είδος από αυτόν
The two men exchanged a warm handshake with their faces turned towards the cameras.
- Οι δύο άντρες αντάλλασσαν θερμή χειραψία με τα πρόσωπα στραμμένα στις κάμερες.
We use the forum to exchange ideas.
- Χρησιμοποιούμε το φόρουμ για να ανταλλάσσουμε ιδέες.
Juliet and David exchanged glances (= they looked at each other).
- Η Τζούλιετ και ο Ντέιβιντ αντάλλαξαν ματιές (= κοιτάχτηκαν μεταξύ τους).
Everyone in the group exchanged email addresses.
- Όλοι στην ομάδα αντάλλαξαν διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
- The two men exchanged blows (= hit each other).
- Οι δύο άντρες αντάλλαξαν γροθιές (= χτύπησαν ο ένας τον άλλον).
I shook hands and exchanged a few words with the manager.
- Έσφιξα το χέρι του διευθυντή και ανταλλάξαμε λίγα λόγια.
He read the letters exchanged between Anna and her friend.
- Διάβασε τα γράμματα που αντάλλαξαν η Άννα και η φίλη της.
We exchanged bikes, he gave me his and took mine.
- Αλλάξαμε ποδήλατα, μου έδωσε το δικό του και πήρε το δικό μου.
- (μεταβατικό) ανταλλάσσω συνάλλαγμα, αλλάζω, μετατρέπω ένα ποσό ενός νομίσματος σε ισόποση αξία άλλου νομίσματος
Where can I exchange my money?
- Πού μπορώ να ανταλλάξω τα χρήματά μου;
You can exchange your currency for dollars in the hotel.
- Μπορείτε να ανταλλάξετε το συνάλλαγμά σας σε δολάρια στο ξενοδοχείο.
I exchanged euros for dollars.
- Άλλαξα ευρώ σε δολάρια.
- (μεταβατικό) ανταλλάσσω, αλλάζω, δίνω ή επιστρέφω κάτι που έχω και παίρνω στη θέση του κάτι διαφορετικό ή καλύτερο
If it doesn't fit, take it back and the store will exchange it.
- Αν δεν σου κάνει, πήγαινέ το πίσω και το κατάστημα θα το 'ανταλλάξει.
I need to exchange this for a larger size.
- Χρειάζεται να το ανταλλάξω με μεγαλύτερο μέγεθος.
I want to exchange this shirt.
- Θέλω να αλλάξω αυτό το πουκάμισο.
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλονορμανδικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα δημώδη λατινικά (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Ρήματα (αγγλικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το 'love' (αγγλικά)