Μετάβαση στο περιεχόμενο

du

Από Βικιλεξικό

Βρετονικά (br)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

du (br)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

du (de)

Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία
α' πρόσωποβ' πρόσωπογ' πρόσωπο
ενικός
αρσενικόθηλυκόουδέτεροαυτοπαθής
ονομαστικήichduersiees
γενικήmeinerdeinerseinerihrerseiner
δοτικήmirdirihmihrihmsich
αιτιατικήmichdichihnsieessich
πληθυντικός
αρσενικό, θηλυκό, ουδέτεροένδειξη ευγένειαςαυτοπαθής
ονομαστικήwirihrsieSie
γενικήunsereuerihrerIhrer
δοτικήunseuchihnenIhnensich
αιτιατικήunseuchsieSiesich



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

du (da)



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
du < λατινική duo, ιταλική due, γαλλική deux, ελληνική δύο

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

du (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

du (io)



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

du (no)



Ουαλικά (cy)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

du (cy)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

du (sv)