dom
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Σύμβολο
[επεξεργασία]dom (en)
- (βάσεις δεδομένων) συντομογραφία του domain, για το πεδίο ορισμού των γνωρισμάτων μιάς σχέσης
Βοσνιακά (bs)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dom (bs) αρσενικό
- το σπίτι
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dom (pl) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dom (sk) αρσενικό
- το σπίτι
Πηγές
[επεξεργασία]- dom - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025