Μετάβαση στο περιεχόμενο

doll

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
doll dolls

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

doll (en)