Μετάβαση στο περιεχόμενο

doable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός doable
συγκριτικός more doable
υπερθετικός most doable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
doable < do + -able

Επίθετο

[επεξεργασία]

doable (en) (ανεπίσημο)

  • κατορθωτός, που μπορεί να πραγματοποιηθεί
    παράδειγμα  Do you consider this doable?
    Το θεωρείς εσύ κατορθωτό αυτό;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη achievable