direct
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | direct |
| συγκριτικός | more direct |
| υπερθετικός | most direct |
direct (en)
- ευθύς, απευθείας, κατευθείαν, που πηγαίνει στην ευθεία γραμμή μεταξύ δύο σημείων χωρίς να σταματά ή να αλλάζει κατεύθυνση
a direct route - ευθεία διαδρομή
a direct flight to New York - απευθείας πτήση για Νέα Υόρκη
a direct flight connection to Australia - κατευθείαν αεροπορική σύνδεση με την Αυστραλία
- άμεσος, ευθύς, απευθείας, που γίνεται χωρίς να παρεμβάλλεται κάτι άλλο πρόσωπο, πράγμα ή ενέργεια
I am in direct contact with him.
- Βρίσκομαι σε άμεση επαφή με αυτόν.
The poor political situation led to direct intervention by the military.
- Η κακή πολιτική κατάσταση οδήγησε σε ευθεία παρέμβαση του στρατού.
There are direct talks between the two communities in Cyprus.
- Υπάρχουν απευθείας συνομιλίες των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο.
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) άμεσος, χωρίς τίποτα ανάμεσα σε κάτι και την πηγή της θερμότητας ή του φωτός
Halogen cooktops provide direct heating.
- Οι σόμπες αλογόνου παρέχουν άμεση θέρμανση.
Infants and young children should not be exposed to direct sunlight.
- Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά δεν πρέπει να εκτίθενται στο άμεσο ηλιακό φως.
- ευθύς, απερίφραστος και ντόμπρος
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) άμεσος, για αποδείξεις που δείχνουν ξεκάθαρα κάτι
Although many people believe that forensic evidence is direct evidence, it is often considered as circumstantial evidence.
- Αν και πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι τα εγκληματολογικά στοιχεία είναι άμεσες αποδείξεις, συχνά θεωρούνται ως έμμεσες αποδείξεις.
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) ακριβής
It’s the direct opposite of what he said.
- Είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είπε.
a direct quote of some excerpts - ακριβής παράθεση κάποιων αποσπασμάτων
- (μόνο πριν από το ουσιαστικό) άμεσος, για σχέσεις
someone’s direct ancestors/descendants/heirs - οι άμεσοι πρόγονοι/απόγονοι/κληρονόμοι κάποιου
Σύνθετα
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | direct |
| συγκριτικός | more direct |
| υπερθετικός | most direct |
direct (en)
- κατευθείαν, απευθείας, χωρίς να σταματήσει ή να αλλάξει κατεύθυνση
- άμεσα, απευθείας, χωρίς κανέναν και κάτι ενδιάμεσα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | direct |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | directs |
| αόριστος | directed |
| παθητική μετοχή | directed |
| ενεργητική μετοχή | directing |
direct (en)
- (μεταβατικό) διευθύνω, διοικώ, ηγούμαι, ελέγχω ή είμαι υπεύθυνος για κάποιον ή κάτι
She’s directing the branch now.
- Διευθύνει το υποκατάστημα τώρα.
The bank is directed by a multi-member board.
- Η τράπεζα διοικείται από πολυμελές συμβούλιο.
He is directing the effort to revive the party.
- Ηγείται της προσπάθειας για ανανέωση του κόμματος.
- ≈ συνώνυμα: administer, conduct, head, head up, lead, manage και run
- (μεταβατικό και αμετάβατο) σκηνοθετώ, διευθύνω, είμαι υπεύθυνος για ηθοποιούς σε έργο ή ταινία ή μουσικούς σε μπάντα, ορχήστρα κτλ.
George directed the new play.
- Ο Γιώργος σκηνοθέτησε το νέο θεατρικό έργο.
Who is directing this series?
- Ποιος σκηνοθετεί αυτή τη σειρά;
He directs the choir.
- Διευθύνει τη χορωδία.
- (μεταβατικό) κατευθύνω, στρέφω, αφορώ, απευθύνομαι, κατευθύνω κάτι σε έναν συγκεκριμένο στόχο ή άτομο, ή σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
They were directing the vehicles/the crowds to the exit.
- Κατεύθυναν τα οχήματα/τα πλήθη προς την έξοδο.
She directed the telescope at the moon.
- Κατεύθυνε το τηλεσκόπιο προς τη σελήνη.
I’m directing my efforts at improving my professional training.
- Κατευθύνω τις προσπάθειές μου στη βελτίωση της επαγγελματικής μου κατάρτισης.
The remarks are not directed at you.
- Οι παρατηρήσεις δεν στρέφονται εναντίον σου.
They tried to direct his attention elsewhere.
- Προσπάθησαν να στρέψουν την προσοχή του αλλού.
The dig wasn’t directed at you.
- Η μπηχτή δεν αφορούσε εσένα.
This book is directed at beginners.
- Αυτό το βιβλίο απευθύνεται σε αρχαρίους.
- ≈ συνώνυμα: aim
- (μεταβατικό) οδηγώ, λέω ή δείχνω σε κάποιον πώς να φτάσει κάπου ή πού να πάει
- (μεταβατικό, επίσημο) διατάζω, δίνω επίσημη διαταγή
- (μεταβατικό, επίσημο) απευθύνω, στέλνω ένα γράμμα κτλ. σε ένα συγκεκριμένο μέρος ή σε ένα συγκεκριμένο άτομο
All new letters should be directed to our new address.
- Όλα τα γράμματα πρέπει ν' απευθύνονται στη νέα μας διεύθυνση.
Direct your requests to the director.
- Απευθύνετε τις παρακλήσεις σας στον διευθυντή.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- direct (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- direct (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- direct (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 149. ISBN 9780194325684., λήμμα: αφορώ
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | direct | directs |
| θηλυκό | directe | directes |
direct (fr)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| direct | directs |
direct (fr) αρσενικό