Μετάβαση στο περιεχόμενο

differ

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας differ
γ΄ ενικό ενεστώτα differs
αόριστος differed
παθητική μετοχή differed
ενεργητική μετοχή differing

differ (en) (αμετάβατο)

  1. διαφέρω, είμαι διαφορετικός από κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  They hold differing views./Their views differ.
    Οι απόψεις τους διαφέρουν.
    παράδειγμα  Greek differs from English in this respect.
    Τα ελληνικά διαφέρουν από τα αγγλικά ως προς αυτό.
    παράδειγμα  Greek and English differ in this respect.
    Τα γαλλικά και τα αγγλικά διαφέρουν ως προς αυτό.
    παράδειγμα  Ideas on childcare may differ considerably between the parents.
    Οι απόψεις για την ανατροφή των παιδιών μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των γονέων.
  2. διαφωνώ με κάποιον, διίσταμαι
    παράδειγμα  I have to differ with you on that.
    Πρέπει να διαφωνήσω μαζί σου σ’ αυτό.
    παράδειγμα  They differ over strategy.
    Διαφωνούν σχετικά με τη στρατηγική.
    παράδειγμα  Medical opinion differs as to how to treat the disease.
    Οι ιατρικές απόψεις διίστανται ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η ασθένεια.

Συγγενικά

[επεξεργασία]