differ
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | differ |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | differs |
| αόριστος | differed |
| παθητική μετοχή | differed |
| ενεργητική μετοχή | differing |
- διαφέρω, είμαι διαφορετικός από κάποιον ή κάτι
They hold differing views./Their views differ.
- Οι απόψεις τους διαφέρουν.
Greek differs from English in this respect.
- Τα ελληνικά διαφέρουν από τα αγγλικά ως προς αυτό.
Greek and English differ in this respect.
- Τα γαλλικά και τα αγγλικά διαφέρουν ως προς αυτό.
Ideas on childcare may differ considerably between the parents.
- Οι απόψεις για την ανατροφή των παιδιών μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των γονέων.
- διαφωνώ με κάποιον, διίσταμαι
I have to differ with you on that.
- Πρέπει να διαφωνήσω μαζί σου σ’ αυτό.
They differ over strategy.
- Διαφωνούν σχετικά με τη στρατηγική.
Medical opinion differs as to how to treat the disease.
- Οι ιατρικές απόψεις διίστανται ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η ασθένεια.