damp
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | damp |
| συγκριτικός | damper |
| υπερθετικός | dampest |
Επίθετο
[επεξεργασία]damp (en)
- νωπός, νοτισμένος, νοτίζω, ελαφρώς υγρός
You should iron the clothes damp.
- Τα ρούχα να τα σιδερώνεις νωπά.
The ground is damp from the rain.
- Το χώμα είναι νωπό απ΄ τη βροχή.
the damp earth - η νοτισμένη γη
The ground was damp from the morning moisture.
- Νότισε το χώμα από την πρωινή υγρασία.
He sat on the wet ground and his clothes got damp.
- Κάθισε στο βρεγμένο χώμα και νότισαν τα ρούχα του.
The leaking water made the wall damp.
- Το νερό που στάζει νότισε τον τοίχο.