Μετάβαση στο περιεχόμενο

da

Από Βικιλεξικό

Διεθνείς όροι (uni)

[επεξεργασία]

Σύμβολο

[επεξεργασία]

da

  • συντομογραφία του προθήματος μονάδας deca- / deka-



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Πρόθεση

[επεξεργασία]

da (eo)



Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

da (rōmaji) 



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Πρόθεση

[επεξεργασία]

da (it)

  1. από, εκ, εξ
  2. μένω (στου γιάννη)
  3. για
  4. με
  5. σαν
  6. σαν επιρρηματική έκφραση : από κοντά, από μακριά

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (hr)



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (ro)



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (sr)

  • λατινική γραφή του да



Σερβοκροατικά (sh)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (sh)



Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

da (sl)