crowd
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| crowd | crowds |
crowd (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | crowd |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | crowds |
| αόριστος | crowded |
| παθητική μετοχή | crowded |
| ενεργητική μετοχή | crowding |
crowd (en)
- στριμώχνομαι, γεμίζω ένα μέρος ώστε να υπάρχει λίγος χώρος για κίνηση
- (ανεπίσημο) πιέζω με την παρουσία μου, στέκομαι πολύ κοντά του και τον κάνω να νιώθει άβολα
Don’t crowd me, give me time to think.
- Μη με πιέζεις, άσε μου χρόνο να σκεφτώ.