Μετάβαση στο περιεχόμενο

coupure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coupure coupures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

coupure (fr) θηλυκό

  1. η διακοπή, η αποκοπή
  2. η κοψιά
  3. το απόκομμα