corte
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| corte | cortes |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈkoɾ.te/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : cor‐te
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- corte < cortar
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]corte (es) αρσενικό
- κόψιμο
- κόψη
El corte del cuchillo está muy afilado. – Η κόψη του μαχαιριού είναι πολύ κοφτερή.
- φέτα, κοπή
Este jamón tiene buen corte. – Αυτό το ζαμπόν έχει καλή φέτα.
El corte de la carne es preciso. – Η κοπή του κρέατος είναι ακριβής.
- κοπή
El corte es el primer paso en la confección de un vestido. – Η κοπή είναι το πρώτο βήμα στην κατασκευή ενός φορέματος.
- ραφείο του στρατού
- κομμάτι
Cantó el último corte de su primer disco. – Τραγούδησε το τελευταίο κομμάτι από τον πρώτο του δίσκο.
- διακοπή
Regresamos después de este corte comercial. – Επιστρέφουμε μετά από αυτή τη διακοπή για διαφημίσεις.
- συμβιβαστική λύση, μέσο συμφιλίωσης
- (αρχιτεκτονική) τομή
- (Ισπανία) παγωτό σάντουιτς
- (Κούβα, Δομινικανή Δημοκρατία, Εκουαδόρ, Χιλή) o θερισμός
- (Περού, Βολιβία) η συντόμευση
- (Βολιβία) το εισιτήριο
- (Πορτορίκο) αναμεμειγμένο ναρκωτικό
- (Πορτορίκο) ο εραστής
- (Παναμάς) η γόπα
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- corte < δημώδης λατινική cors < λατινική cohors
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]corte (es) θηλυκό
- η αυλή
- ο περίγυρος, η ακολουθία
El famoso cantante apareció con toda su corte. – Ο διάσημος τραγουδιστής εμφανίστηκε με όλο του τον περίγυρο.
- ο στάβλος
- το μαντρί
- (Λατινική Αμερική) το δικαστήριο
corte penal internacional - διεθνές ποινικό δικαστήριο
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- corte: ρηματικός τύπος
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]corte (es)
- α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του cortar
- γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του cortar
- γ΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του cortar
Πηγές
[επεξεργασία]- corte - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
- corte - Damer (Diccionario de americanismos [Λεξικό αμερικανισμών] στα ισπανικά, για τα ισπανικά της Λατινικής Αμερικής), ASALE (Asociación de Academias de la Lengua Española [Ένωση Ακαδημιών της Ισπανικής Γλώσσας]), 1.ª edición [1η έκδοση], 2010