Μετάβαση στο περιεχόμενο

corte

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: corté

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
corte cortes

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkoɾ.te/
τυπογραφικός συλλαβισμός: corte

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
corte < cortar

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

corte (es) αρσενικό

  1. κόψιμο
    παράδειγμα  Se hizo un corte profundo en la mano. – Έκανε ένα βαθύ κόψιμο στο χέρι του.
  2. κόψη
    παράδειγμα  El corte del cuchillo está muy afilado. – Η κόψη του μαχαιριού είναι πολύ κοφτερή.
  3. φέτα, κοπή
    παράδειγμα  Este jamón tiene buen corte. – Αυτό το ζαμπόν έχει καλή φέτα.
    παράδειγμα  El corte de la carne es preciso. – Η κοπή του κρέατος είναι ακριβής.
  4. κοπή
    παράδειγμα  El corte es el primer paso en la confección de un vestido. – Η κοπή είναι το πρώτο βήμα στην κατασκευή ενός φορέματος.
  5. ραφείο του στρατού
  6. κομμάτι
    παράδειγμα  Cantó el último corte de su primer disco. – Τραγούδησε το τελευταίο κομμάτι από τον πρώτο του δίσκο.
  7. διακοπή
    παράδειγμα  Regresamos después de este corte comercial. – Επιστρέφουμε μετά από αυτή τη διακοπή για διαφημίσεις.
  8. συμβιβαστική λύση, μέσο συμφιλίωσης
  9. (αρχιτεκτονική) τομή
    παράδειγμα  Hicimos un corte vertical del edificio para mostrar el interior. – Κάναμε μια κάθετη τομή του κτιρίου για να δείξουμε το εσωτερικό.
     συνώνυμα: sección
  10. (Ισπανία) παγωτό σάντουιτς
  11. (Κούβα, Δομινικανή Δημοκρατία, Εκουαδόρ, Χιλή) o θερισμός
    παράδειγμα  El corte se hará en junio. – Ο θερισμός γίνεται τον Ιούνιο.
     συνώνυμα: siega
  12. (Περού, Βολιβία) η συντόμευση
     συνώνυμα: atajo
  13. (Βολιβία) το εισιτήριο
     συνώνυμα: billete
  14. (Πορτορίκο) αναμεμειγμένο ναρκωτικό
  15. (Πορτορίκο) ο εραστής
     συνώνυμα: amante
  16. (Παναμάς) η γόπα
     συνώνυμα: colilla

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
corte < δημώδης λατινική cors < λατινική cohors

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

corte (es) θηλυκό

  1. η αυλή
  2. ο περίγυρος, η ακολουθία
    παράδειγμα  El famoso cantante apareció con toda su corte. – Ο διάσημος τραγουδιστής εμφανίστηκε με όλο του τον περίγυρο.
  3. ο στάβλος
  4. το μαντρί
    παράδειγμα  Por la noche metió a las ovejas en la corte. – Το βράδυ έβαλε τα πρόβατα στο μαντρί.
     συνώνυμα: aprisco
  5. (Λατινική Αμερική) το δικαστήριο
    παράδειγμα  corte penal internacional - διεθνές ποινικό δικαστήριο

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
corte: ρηματικός τύπος

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

corte (es)

  1. α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του cortar
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του cortar
  3. γ΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής του cortar