Μετάβαση στο περιεχόμενο

constante

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
constante constantes

constante (fr) θηλυκό

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

constante (fr)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

cōnstante (la)



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
constante constantes

constante (pt) θηλυκό