consiglio
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- consiglio < (κληρονομημένο) λατινική consĭlium[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /konˈsiʎ.ʎo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : con‐sig‐lio
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]consiglio (it) αρσενικό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ consiglio - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).