Μετάβαση στο περιεχόμενο

common knowledge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
common knowledge <  δείτε τις λέξεις common και knowledge

Έκφραση

[επεξεργασία]

common knowledge (en)

  • (ιδιωματισμός) κοινή γνώση
    παράδειγμα  It’s common knowledge that the prime minister will introduce a new law in parliament.
    Είναι κοινή γνώση πως ο πρωθυπουργός θα φέρει νέο νόμο στο κοινοβούλιο.