Μετάβαση στο περιεχόμενο

colloco

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
colloco < cum + loco

colloco (la) & conloco (collocō1, collocāvī, collocātum, collocāre)