child
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| child | children |
| ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά) | |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]child (en)
- το παιδί
I bought a children’s toy.
- Αγόρασα ένα παιδικό παιχνίδι.
They are watching a children's television program.
- Βλέπουν ένα παιδικό τηλεοπτικό πρόγραμμα.
- (πληροφορική) ο θυγατρικός
Σύνθετα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]πληροφορική