Μετάβαση στο περιεχόμενο

child

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
child children
ανώμαλα ουσιαστικά (αγγλικά)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈt͡ʃaɪld/}

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

child (en)

  1. το παιδί
    παράδειγμα  I bought a children’s toy.
    Αγόρασα ένα παιδικό παιχνίδι.
    παράδειγμα  They are watching a children's television program.
    Βλέπουν ένα παιδικό τηλεοπτικό πρόγραμμα.
  2. (πληροφορική) ο θυγατρικός

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]