cendre
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- cendre < λατινική cinis, -eris
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| cendre | cendres |
cendre (fr) θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| cendre | cendres |
cendre (fr) θηλυκό