capio
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- capio < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *kapiō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂pyéti < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (λαμβάνω, παίρνω). Συγγενή: αρχαία ελληνική κάπτω, αγγλική have, αγγλική heave, αλβανική kap.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]capio (la) (capiō, cepī, captum, capere)
Κλίση
[επεξεργασία]Γ' συζυγία (15) (capio, cepi, captum, capere)
|
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- capio hostem: συλλαμβάνω εχθρό, αιχμαλωτίζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]capio (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή)
- → ιταλικά: cassa
- ↷ νέα ελληνικά: κάσσα, κάσα
- → νέα ελληνικά: κασέτα, κάψουλα, καψύλιο
Πηγές
[επεξεργασία]- capio - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- capio - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (λατινικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (λατινικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (λατινικά)
- Λατινική γλώσσα
- Ρήματα (λατινικά)
- Ρηματικές φωνές (λατινικά)
- Αντίστροφο λεξικό (λατινικά)
- Λατινικά ρήματα Γ συζυγίας (-io)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (πρωτοϊνδοευρωπαϊκή)