Μετάβαση στο περιεχόμενο

bound variable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bound variable <  δείτε τις λέξεις bound και variable

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bound variable bound variables

bound variable (en)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]