backlash
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]backlash (en)
- οπισθοδρόμηση, πισωγύρισμα
- αρνητική αντίδραση, επίπτωση, συνέπεια κ.λπ.· αντίδραση «μπούμεραγκ»
backlash (en)