Μετάβαση στο περιεχόμενο

back away

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας back away
γ΄ ενικό ενεστώτα backs away
αόριστος backed away
παθητική μετοχή backed away
ενεργητική μετοχή backing away

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
back away <  δείτε τις λέξεις back και away

back away (en)

  • οπισθοχωρώ, κινούμαι προς τα πίσω από κάποιον ή κάτι που είναι τρομακτικό ή δυσάρεστο
    παράδειγμα  ”A snake!” he said backing away in fear.
    «Ένα φίδι!» είπε οπισθοχωρώντας με τρόμο.
     συνώνυμα: back off