Μετάβαση στο περιεχόμενο

assemble

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας assemble
γ΄ ενικό ενεστώτα assembles
αόριστος assembled
παθητική μετοχή assembled
ενεργητική μετοχή assembling

assemble (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) συγκεντρώνω, συναθροίζω, συγκαλώ, ερχόμαστε μαζί ως ομάδα, φέρνω ανθρώπους ή πράγματα μαζί ως ομάδα
    παράδειγμα  The students assembled in the yard.
    Οι μαθητές συγκεντρώθηκαν στην αυλή.
    παράδειγμα  He assembled his advisers.
    Συγκέντρωσε τους συμβούλους του.
    παράδειγμα  Crowds assembled in front of the Parliament.
    Συναθροίστηκαν τα πλήθη μπροστά στη Βουλή.
    παράδειγμα  The headmaster assembled the teachers.
    Ο γυμνασιάρχης συγκάλεσε τους καθηγητές.
     συνώνυμα:  cluster, collect, come together, concentrate, congregate, crowd around, flock, gather, get together, mass και muster
  2. (μεταβατικό) συναρμολογώ, δένω
    παράδειγμα  These TVs are assembled in Greece.
    Αυτές οι τηλεοράσεις συναρμολογούνται στην Ελλάδα.
    παράδειγμα  I can take apart and assemble a watch in an hour.
    Μπορώ να λύσω και να δέσω ένα ρολόι σε μια ώρα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη piece together
     αντώνυμα: disassemble