Μετάβαση στο περιεχόμενο

aim

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aim aims

aim (en)

  1. ο σκοπός, ο στόχος
    παράδειγμα  There is often a tension between the aims of the company and the wishes of the workers.
    Υπάρχει συχνά μια ένταση μεταξύ των στόχων της εταιρείας και των επιθυμιών των εργαζομένων.
  2. (μη μετρήσιμο, ενικός) η σκόπευση, το σημάδεμα, το σημάδι, το να στοχεύω ένα όπλο σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  telescopes with high-precision aim - τηλεσκόπια με σκοπεύσεις μεγάλης ακρίβειας
    παράδειγμα  aim with a shotgun - σημάδεμα με κυνηγετικό όπλο
    παράδειγμα  He has good aim.
    Ξέρει καλό σημάδι.
ενεστώτας aim
γ΄ ενικό ενεστώτα aims
αόριστος aimed
παθητική μετοχή aimed
ενεργητική μετοχή aiming

aim (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σκοπεύω, επιδιώκω, στοχεύω, αποβλέπω, προσπαθώ ή σχεδιάζω να πετύχω κάτι
    παράδειγμα  I wonder what he’s aiming for?
    Τι σκοπεύει άραγε;
    παράδειγμα  He aims to be a chair at the Law School.
    Επιδιώκει να πάρει έδρα στη Νομική Σχολή.
    παράδειγμα  We aim to give our guests the experience of a lifetime.
    Στοχεύουμε να προσφέρουμε στους καλεσμένους μας την εμπειρία της ζωής τους.
    παράδειγμα  Universal insurance aims to protect the health of the entire population.
    Η γενική ασφάλιση αποβλέπει στην προστασία της υγείας όλου του πληθυσμού.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη intend
  2. (μεταβατικό, συνήθως παθητική φωνή) τείνω, αφορώ, λέω ή κάνω κάτι που έχει σκοπό να επηρεάσει ένα συγκεκριμένο άτομο ή ομάδα
    παράδειγμα  My efforts were aimed at persuading him to…
    Οι προσπάθειές μου έτειναν να τον πείσουν να…
    παράδειγμα  The dig wasn’t aimed at you.
    Η μπηχτή δεν αφορούσε εσένα.
     συνώνυμα: direct
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) σκοπεύω, στοχεύω, σημαδεύω, στρέφω ένα όπλο, μια κάμερα, μια κλωτσιά κτλ. σε κάποιον/κάτι
    παράδειγμα  You shot at random without aiming.
    Πυροβόλησες στην τύχη χωρίς να σκοπεύσεις.
    παράδειγμα  He aimed and fired.
    Σημάδεψε κι έριξε.
     συνώνυμα:  point, train και turn