Zeug
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Zeug | die | Zeuge |
| γενική | des | Zeugs Zeuges |
der | Zeuge |
| δοτική | dem | Zeug Zeuge |
den | Zeugen |
| αιτιατική | das | Zeug | die | Zeuge |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Zeug (de) ουδέτερο
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Zeug < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Zeug αρσενικό ή θηλυκό