Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βίοι φιλοσόφων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Βίοι φιλοσόφων
ΣυγγραφέαςΔιογένης ο Λαέρτιος
ΤίτλοςΒίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων
ΓλώσσαΑρχαία ελληνικά
Ημερομηνία δημοσίευσης3ος αιώνας
Θέμαιστορία της φιλοσοφίας
LC ClassOL15234188W
 ID168911[1]
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Με τον τίτλο Βίοι φιλοσόφων αναφέρεται συνήθως το σημαντικότερο και γνωστότερο έργο του συγγραφέα Διογένους του Λαερτίου (3ος αιώνας μ.Χ.), το οποίο σώζεται σχεδόν ολόκληρο. Ο πλήρης τίτλος του είναι Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή, ενώ στη μετάφραση του Τομμάζο Αλντομπραντίνι (εκδ. Ρώμη 1594) φέρει τον τίτλο Περί βίων, δογμάτων και αποφθεγμάτων των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων. Περιέχει τους βίους πάνω από 50 αρχαίων φιλοσόφων και αποτελείται από δέκα βιβλία. Κάποιοι θεωρούν ότι το έργο αυτό κυκλοφόρησε την εποχή που Αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αλέξανδρος Σεβήρος, δηλαδή μέσα στο χρονικό διάστημα από το 222 έως το 235 μ.Χ.. Στους Βίους φιλοσόφων παρατίθενται πληροφορίες για την ελληνική φιλοσοφία και ιδίως για τον βίο των Ελλήνων φιλοσόφων, οι οποίες δεν σώθηκαν πουθενά αλλού. Για τον λόγο αυτόν, παρά το ότι δεν περιέχει καμιά κριτική αποτίμηση, ο Μονταίνιος έγραψε ότι μακάρι αντί για έναν Λαέρτιο να είχαν υπάρξει μια ντουζίνα.[2]

Ο Διογένης ο Λαέρτιος χρησιμοποίησε πρωτότυπα στοιχεία από διαθήκες, επιστολές (όχι πάντοτε γνήσιες) και δικαστικά κείμενα. Κατά δεύτερο λόγο, χρησιμοποίησε λογοτεχνικά στοιχεία, όπως αναφορές από κωμωδίες εναντίον φιλοσόφων και στίχους από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Τέλος, άντλησε πληροφορίες από φιλοσοφικές πηγές, όπως επιμέρους συγγραφές για τους φιλοσόφους, τις «αιρέσεις» τους (δηλαδή τις απόψεις τους), καταλόγους μελών και ηγετών τους ή δοξογραφικές συλλογές που περιείχαν τα ουσιώδη σημεία της διδασκαλίας κάθε «σχολής».

Η χονδρική διαίρεση των περιεχομένων των Βίων σε «ιωνική σχολή» και «ιταλική σχολή» φαίνεται ότι προήλθε από τη χαμένη δοξογραφία του Σωτίωνος. Βασικές πηγές του Διογένους κατά τα άλλα ήταν ο Φαβωρίνος και ο προγενέστερος Διοκλής ο Μάγνης, ενώ αρύσθηκε επιπλέον, είτε άμεσα είτε έμμεσα, και από έργα των: Αντισθένους του Ροδίου, Αλεξάνδρου του Πολυίστορος, Δημητρίου του Μάγνητος, Ιππόβοτου, Αριστίππου του Κυρηναίου, Παναιτίου, Απολλοδώρου, Σωσικράτους του Ροδίου, Σατύρου του Περιπατητικού, Νεάνθους, Ερμίππου του Σμυρναίου, Αντιγόνου του Καρυστίου, Ηρακλείδου του Λέμβου, Ιερωνύμου του Ροδίου και Παμφίλης.[3][4]

Περιεχόμενα του έργου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο Βίοι φιλοσόφων αποτελείται συνολικά από δέκα βιβλία. Τα επτά πρώτα ασχολούνται με τους φιλοσόφους της «ιωνικής σχολής» και τα τρία υπόλοιπα με φιλοσόφους της «ιταλικής σχολής». Τα δέκα βιβλία είναι τα εξής[5]:

Βιβλίο Α΄ (οι «Επτά σοφοί» και άλλοι)
Θαλής, Σόλων, Χίλων, Πιττακός, Βίας, Κλεόβουλος, Περίανδρος, Ανάχαρσις, Μύσων, Επιμενίδης, Φερεκύδης
Βιβλίο Β΄ (Ίωνες, Σωκράτης, Σωκρατικοί: Κυρηναϊκοί, Μεγαρείς)
Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Αναξαγόρας, Αρχέλαος, Σωκράτης, Ξενοφών, Αισχίνης, Αρίστιππος ο Κυρηναίος, Ηγησίας, Αννίκερις, Θεόδωρος ο άθεος, Φαίδων, Ευκλείδης ο Μεγαρεύς, Ευβουλίδης, Αλεξίνος, Εύφαντος, Διόδωρος Κρόνος, Στίλπων, Κρίτων, Σίμων ο Αθηναίος, Γλαύκων, Σιμμίας, Κέβης, Μενέδημος
Βιβλίο Γ΄
Πλάτων
Βιβλίο Δ΄ (οι Ακαδημεικοί)
Σπεύσιππος, Ξενοκράτης, Πολέμων (σχολάρχης), Κράτης ο Αθηναίος, Κράντωρ, Αρκεσίλαος, Βίων, Λακύδης, Καρνεάδης, Κλειτόμαχος
Βιβλίο Ε΄ (οι Περιπατητικοί)
Αριστοτέλης, Θεόφραστος, Στράτων, Λύκων ο Τρωαδίτης, Δημήτριος, Ηρακλείδης
Βιβλίο ΣΤ΄ (οι Κυνικοί)
Αντισθένης, Διογένης, Μόνιμος, Ονησίκριτος, Κράτης, Μητροκλής, Ιππαρχία, Μένιππος, Μενέδημος
Βιβλίο Ζ΄ (οι Στωικοί)
Ζήνων, Περσαίος, Αρίστων, Ήριλλος, Διονύσιος, Κλεάνθης, Σφαίρος, Χρύσιππος
Βιβλίο Η΄ (οι Πυθαγόρειοι)
Πυθαγόρας, Θεανώ, Εμπεδοκλής, Επίχαρμος, Αρχύτας, Αλκμαίων, Ίππασος, Φιλόλαος, Εύδοξος
Βιβλίο Θ΄ (διάφοροι)
Ηράκλειτος, Ξενοφάνης, Παρμενίδης, Μέλισσος, Ζήνων Ελεάτης, Λεύκιππος, Δημόκριτος, Πρωταγόρας, Διογένης ο Απολλωνιάτης, Ανάξαρχος, Πύρρων, Τίμων
Βιβλίο Ι΄
Επίκουρος

Χειρόγραφα, εκδόσεις και μεταφράσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά είναι τα σωζόμενα χειρόγραφα των Βίων φιλοσόφων, αλλά κανένα δεν είναι αρχαίο και σε όλα απουσιάζει το τέλος του Βιβλίου Ζ΄.[6] Τα τρία πιο χρήσιμα χειρόγραφα είναι γνωστά με τα αρχικά B, P και F. Το Χειρόγραφο B (Codex Borbonicus) χρονολογείται από τον 12ο αιώνα και φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Βιτόριο Εμανουέλε Γ΄, στη Νάπολη. Φαίνεται να γράφηκε από κάποιον γραφέα με περιορισμένη γνώση της ελληνικής γλώσσας και να διορθώθηκε αργότερα από κάποιον «ανώνυμο διορθωτή», που αποκατέστησε πολλά λάθη.(Dorandi 2013, σελ. 21) Το Χειρόγραφο P (από το Paris = Παρίσι) χρονολογείται από τον 11ο ή 12ο αιώνα και φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.[7] Το Χειρόγραφο F (από το Florence = Φλωρεντία) χρονολογείται από τον 13ο αιώνα και φυλάσσεται στη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη.[8] Οι τίτλοι των επιμέρους βιογραφιών που έχουμε στις εκδόσεις της νεότερης εποχής απουσιάζουν από τα παλαιά αυτά χειρόγραφα, ωστόσο ανιχνεύονται εισαγμένα σε διάκενα και περιθώρια του P από κάποιο μεταγενέστερο hand.[9]

Φαίνεται ότι υπήρξαν κάποιες πρώιμες μεταφράσεις στη λατινική γλώσσα, αλλά χάθηκαν. Σώζεται ένα χειρόγραφο του 10ου αιώνα με τίτλο Tractatus de dictis philosophorum που δείχνει κάποια γνώση των Βίων φιλοσόφων του Λαερτίου.[10] Ο Ερρίκος Αρίστιππος τον 12ο αιώνα είναι γνωστό ότι είχε μεταφράσει τουλάχιστο μέρος του έργου στη λατινική, ενώ τον 14ο αιώνα κάποιος άγνωστος συγγραφέας χρησιμοποίησε μια τέτοια μετάφραση στο De vita et moribus philosophorum[10].

Οι πρώτες τυπωμένες εκδόσεις του έργου ήταν πάντως στη λατινική. Η πρώτη, με τίτλο Laertii Diogenis Vitae et sententiae eorum qui in philosophia probati fuerunt (εκδ. Giorgo Lauer, Ρώμη 1472), είναι η μετάφραση του Αμβροσίου Τραβερσάρι (του οποίου το χειρόγραφο που δώρισε στον Κόζιμο των Μεδίκων φέρει ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου 1433). Απόσπασμα από το ελληνικό πρωτότυπο με τους βίους του Αριστοτέλους και του Θεοφράστου υπάρχει στον τρίτο τόμο της εκδόσεως των έργων του Αριστοτέλους από τον Άλδο Μανούτιο το 1497. Η πρώτη τυπωμένη έκδοση (editio princeps) ολόκληρου του ελληνικού κειμένου πραγματοποιήθηκε από τον Ιερώνυμο Φρόμπεν[11] το 1533. Η πρώτη ελληνολατινική έκδοση έγινε από τον Ανρί Εστιέν (Henri Estienne) το 1570. Η ελληνολατινική έκδοση του 1692 του Μάρκου Μεϊμπόμιους υποδιαίρεσε το κάθε βιβλίο σε παραγράφους ίσου μήκους και της απαρίθμησε προοδευτικά, παρέχοντας το σύστημα που βρίσκεται ακόμη σε χρήση σήμερα.[12]

Η πρώτη κριτική έκδοση ολόκληρου του κειμένου έγινε μόλις το 1964, από τον H.S. Long στη σειρά Oxford Classical Texts[6] Αυτή όμως έχει υπερκερασθεί από την έκδοση του Μίροσλαβ Μάρκοβιτς στη σειρά Teubner (1999-2002). Αναφέρουμε και μια μεταγενέστερη έκδοση, του Tiziano Dorandi, από τις εκδόσεις Cambridge University Press[13], του 2013.

Επίδραση και κριτική αποτίμηση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Διογένους Λαερτίου είχε μια σύνθετη αποδοχή κατά τη νεότερη εποχή.[14] Η αξία του ως μία «εκ των ένδον» ματιά στις προσωπικές ζωές των Ελλήνων σοφών οδήγησε τον Γάλλο αναγεννησιακό φιλόσοφο Μονταίνιος (1533-1592) να αναφωνήσει ότι μακάρι αντί για έναν Λαέρτιο να είχαν υπάρξει μια ντουζίνα.[15] Ο `Εγελος (1770–1831) επέκρινε τον Διογένη Λαέρτιο για έλλειψη φιλοσοφικής ικανότητας και είχε την άποψη ότι οι Βίοι φιλοσόφων αποτελούσαν απλώς μια συλλογή απόψεων προγενέστερων συγγραφέων.[16] Από την άλλη παραδέχθηκε ότι η συλλογή αυτή ήταν σημαντική, με δεδομένο τον πλούτο πληροφοριών που περιείχε.[16] Αν κάποιος θα ήθελε να βρει σε ένα μόνο αρχαίο έργο μια περίληψη των ελληνικών ηθικών συστημάτων, αναμφισβήτητα το έργο αυτό θα ήταν οι Βίοι Φιλοσόφων του Διογένους Λαερτίου. Ο Έρμαν Γιούσενερ (1834-1905) χαρακτήρισε τον Λαέρτιο «πλήρη γάιδαρο» (λατ. asinus germanus) στο έργο του Epicurea (1887).[16] Ο Βέρνερ Γιαίγκερ (1888-1961) τον απεκάλεσε «αυτός ο μέγας αδαής».[17] Ωστόσο από τα τέλη του 20ού αιώνα οι ειδικοί κατόρθωσαν να αποκαταστήσουν μερικώς τη φήμη του αρχαίου συγγραφέα μελετώντας το έργο του υπό το πρίσμα της ελληνιστικής γραμματείας.[18]

Η σημερινή κοινότητα των κλασικών φιλολόγων αντιμετωπίζει τη μαρτυρία του Λαερτίου με επιφύλαξη, ιδίως στα σημεία όπου δεν παραθέτει τις πηγές του. Ο Herbert S. Long προειδοποιεί: «Ο Διογένης απέκτησε μια τελείως δυσανάλογη σημασία σε σχέση με την αξία του, επειδή η απώλεια πολλών πρωτογενών πηγών και των προγενέστερων δευτερογενών τον κατέστησε την κύρια συνεκτική πηγή για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.»[19] Ο Αμερικανός φιλόλογος του 20ού αιώνα Robert M. Strozier παρέχει μια θετικότερη αποτίμηση της αξιοπιστίας του Λαερτίου, σημειώνοντας ότι πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς επιχειρούν την επανερμηνεία και την επέκταση των φιλοσοφικών διδαχών που περιγράφουν, κάτι που ο Διογένης ο Λαέρτιος σπανίως πράττει στο έργο του.[20]

Παρά τη μεγάλη σημασία του για την ιστορία της Δυτικής φιλοσοφίας και τις αμφισβητήσεις που τον περιβάλλουν, σύμφωνα με τον Τζαν Μάριο Κάο (Gian Mario Cao) ο Λαέρτιος δεν έχει ακόμη τύχει της κατάλληλης φιλολογικής προσοχής.[16] Αμφότερες οι κριτικές εκδόσεις του Λονγκ (1964) και τον Μάρκοβιτς (1999) έχουν δεχθεί εκτεταμένες επικρίσεις από την ακαδημαϊκή κοινότητα.[16]

Ο ίδιος ο Διογένης Λαέρτιος επικρίνεται σήμερα κυρίως επειδή απασχολείται υπερβολικά με επιπόλαιες λεπτομέρειες των βίων των φιλοσόφων και στερείται της διανοητικής ισχύος που θα τού επέτρεπε να εξετάσει το φιλοσοφικό έργο τους με κάποια εμβρίθεια. Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη του μοναχού του 14ου αιώνα Γουόλτερ Μπέρλυ στο De vita et moribus philosophorum, το αρχικό κείμενο του Λαερτίου φαίνεται ότι ήταν κατά πολύ πληρέστερο από αυτό που διαθέτουμε σήμερα.

Παρά το ότι ο Διογένης ο Λαέρτιος είχε τη θέληση για αντικειμενικότητα και έλεγχο των πληροφοριών, τα έργα του θεωρούνται γενικώς σήμερα ως αναξιόπιστα από ιστορικής απόψεως.[21][22][23] Δεν είναι καν αυτοσυνεπής σε κάποιες από τις αναφορές του και κάποιες από τις λεπτομέρειες που καταγράφει περιέχουν προφανή λάθη.[22] Κάποια από τα λάθη αυτά εισάχθηκαν πιθανώς από αντιγραφείς κατά τη μετάδοση του κειμένου από την αρχαιότητα, αλλά ορισμένα άλλα οφείλονται χωρίς αμφιβολία στον ίδιο τον Διογένη.[24] Η αξιοπιστία των πηγών του έχει επίσης αμφισβητηθεί, καθώς χρησιμοποιεί ως πηγές μέχρι και κωμικούς ποιητές.[24] Κάποιοι μελετητές (όπως ο Delfim Leão) γράφουν ότι η αναξιοπιστία του Διογένους Λαερτίου δεν οφείλεται μόνο στον ίδιο, αλλά και στις πηγές του.[22]

  1. OL15234188W. Ανακτήθηκε στις 14  Νοεμβρίου 2025.
  2. Montaigne, Essays, II.10 "Of Books" Αρχειοθετήθηκε 2009-02-14 στο Wayback Machine..
  3. Φρίντριχ Νίτσε: Gesammelte Werke, 1920, σελ. 363.
  4. Long 1972, σελ. xxi.
  5. White 2020, σελίδες 482-484.
  6. 1 2 Long 1972, σελ. xxv.
  7. Dorandi 2013, σελ. 2.
  8. Dorandi 2013, σελ. 3.
  9. Dorandi 2013, σελ. 52.
  10. 1 2 Long 1972, σελ. xxvi.
  11. Long 1972, σελ. xxiv.
  12. Dorandi 2013, σελίδες 1112.
  13. «Diogenes Laertius: Lives of Eminent Philosophers». Cambridge University Press. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2014.
  14. Cao 2010, σελίδες 271-272.
  15. Montaigne: Essays II.10 "Of Books" Αρχειοθετήθηκε February 14, 2009, στο Wayback Machine.
  16. 1 2 3 4 5 Cao 2010, σελ. 271.
  17. Jaeger 1947, σελ. 330 n.2.
  18. Cao 2010, σελίδες 271–272.
  19. Long 1972, σελ. xix.
  20. Strozier 1985, σελ. 15.
  21. Crowe, Michael Bertram (1977). The Changing Profile of the Natural Law. Dordrecht: Springer. σελ. 50. doi:10.1007/978-94-015-0913-8. ISBN 978-94-015-0354-9.
  22. 1 2 3 Leão, Delfim (2019). «Can we trust Diogenes Laertius? The Book I of the Lives of Eminent Philosophers as source for the poems and the laws of Solon». Dike. Essays on Greek Law in Honor of Alberto Maffi (Giuffrè Francis Lefebvre): 227-242. ISBN 978-88-288-0303-4. https://estudogeral.sib.uc.pt/handle/10316/86809.
  23. Gregor, Brian (2022). «Diogenes Laertius, "Lives of the Eminent Philosophers"». Philosophy in Review 42 (1): 23-25. doi:10.7202/1088001ar. ISSN 1206-5269. https://www.erudit.org/en/journals/pir/2022-v42-n1-pir06898/1088001ar/.
  24. 1 2 Swift, Paul (2007). «The History and Mystery of Diogenes Laertius». Prajñā Vihāra: Journal of Philosophy and Religion 8 (1): 38-49. ISSN 2586-9876. http://www.assumptionjournal.au.edu/index.php/PrajnaVihara/article/view/1234.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]